
Ακολουθία σε δυο γλώσσες
- Βασίλης Κοκκότης
- 2 Φεβ
- διαβάστηκε 9 λεπτά
Η πρόσκληση ενός καλού ανθρώπου (και όταν λέω καλό, εννοώ κάποιον που κρατά τις αξίες της αλληλεγγύης και της φροντίδας ως πράξη στη ζωή του και όχι ως θεωρία) ήταν αρκετή για να με οδηγήσει ένα κυριακάτικο πρωινό στον ελληνορθόδοξο ναό του Leeds, Church of the Holy Three Hierarchs, σε μια ημέρα ιδιαίτερης σημασίας. Ο ναός και η ελληνορθόδοξη εκεί κοινότητα έκλειναν τα 60 χρόνια από την πρώτη λειτουργία τους, και αυτή ήταν μια ημέρα γιορτής.
Η επιφυλακτικότητά μου απέναντι στους οργανισμούς που ονομάζονται θρησκείες —και δη τις μονοθεϊστικές, που η καθεμιά ευαγγελίζεται τη μοναδική αλήθεια— είναι προφανής και αναδύεται ξεκάθαρα στα λόγια του Στοχαστή στην Ατραπό μου:
«Κάθε θρησκεία περιορίζει σε λατρεία την αναμέτρηση του ανθρώπου με την άβυσσο, στενεύοντας την καρδία και τον νου μας. Τόσο πολλά σκαριά, τόσες διαφορετικές λατρείες και προσεγγίσεις. Όλες ευαγγελίζονται τον ίδιο σκοπό, τη σωτηρία. Όλες φωνάζουν: εγώ τραβώ τη σωστή πορεία, ανέβα να σωθείς. Χιλιάδες χρόνια πλέουν άσκοπα στ’ ανοιχτά, τάζουν μετά θάνατον ζωή, παραδείσους, νιρβάνες, γεμίζοντας άπληστα τ’ αμπάρια τους με ψυχές που ελπίζουν». (Ατραπός -Κεφάλαιο Ο Στοχαστής)
Ωστόσο, το πάθος μου για την παρατήρηση με οδηγεί να ξεπερνώ τις όποιες περιοριστικές πεποιθήσεις και να είμαι ανοιχτός να αφουγκραστώ μέσα σε καταστάσεις που ακόμα και αν το νόημά τους δεν με εμπνέει, στοιχεία για τον αέναο αγώνα του ανθρώπου να αντέξει και, μάλιστα, να προσδώσει νόημα στη ματαιότητα της ύπαρξής του.
Φτάνοντας με ένα Uber, που το οδηγούσε ο Tedros, ένας μετανάστης δεύτερης γενιάς από την Ερυθραία, και που μου συστήθηκε με χαμόγελο ως ορθόδοξος χριστιανός, με εντυπωσίασε η αυστηρή προτεσταντική αρχιτεκτονική του ναού αυτού, που θυμίζει πως στις αρχές του 20ού αιώνα επρόκειτο για μεθοδιστικό παρεκκλήσι. Η αγορά του από την ορθόδοξη κοινότητα του Leeds, έναντι 7.000 λιρών, έγινε αφορμή για ένα μοναδικό πάντρεμα της βυζαντινής με την προτεσταντική αρχιτεκτονική. Εξωτερικά τίποτα δεν θυμίζει ορθόδοξο ναό· ωστόσο, μόλις μπεις εσωτερικά, αντικρίζεις έναν πραγματικά όμορφο, ζεστό λατρευτικό χώρο, όπου η μυσταγωγία παράγεται από το σώμα, τον ήχο και την κοινότητα — όχι από την αρχιτεκτονική.

Μπαίνοντας, η οσμή από λιβάνι είχε κάτι το απροσδιόριστο, που σίγουρα δεν έμοιαζε σε τίποτα με τις αντίστοιχες που θυμάμαι από τις λίγες επισκέψεις μου σε βυζαντινούς ναούς. Βρήκα μια κενή θέση και στάθηκα. Ο ναός ήταν σχεδόν γεμάτος. Το βλέμμα μου τράβηξαν αμέσως κάποιες νεαρές γυναίκες σλαβικής καταγωγής, κατάλευκες, με πολύχρωμα μαντίλια, δωρικές και προσηλωμένες. Πιο δίπλα, οικογένειες Αφρικανών από διαφορετικές φυλές, που τις ένωνε το κοινό δόγμα, στέκονταν με ευλάβεια, μα σαφώς πιο επιρρεπείς στους περισπασμούς . Ζευγάρια διαφορετικής φυλετικής καταγωγής τράβηξαν το βλέμμα μου, δίνοντας μια όμορφη πινελιά της σύνθεσης που κάνει ο έρωτας ως κινητήρια δύναμη της ζωής. Οι Έλληνες ξεχώριζαν , λόγο πλειονότητας και γιατί κανένας τους στην ουσία δεν πολυπρόσεχε τη λειτουργία, παρά μόνο με μάτια αστρίτη αντιλαμβάνονταν τι διαδραματιζόταν εντός και εκτός του ιερού, κρατώντας πάντως —προς τιμήν τους— μια στάση ευλάβειας που μόνο έναν άλλον Έλληνα δεν θα μπορούσε να ξεγελάσει.
Καθένας έφερε, με κάποιον τρόπο, μαζί του την παράδοση του τόπου του και την κατέθετε όχι ως δήλωση, μα σαν φορητή μνήμη σε έναν τόπο όπου βρέθηκε για να εργαστεί.Κι εδώ αντιλαμβάνεται κανείς πόσο σημαντικός για τη συνοχή της κάθε κοινότητας μεταναστών είναι ο λατρευτικός τόπος. Όχι κατ’ ανάγκην ως χώρος κάλυψης πνευματικών αναγκών, αλλά ως σταθερά, ως σημείο αναφοράς μέσα στην αστάθεια της ξενιτιάς — αλλά και όχι μόνο. Η απομόνωση των ανθρώπων έχει μετατρέψει τον καθέναν μας σε ξένο, ακόμη και στον ίδιο του τον τόπο. Έτσι, η εκκλησία μετατρέπεται σε έναν χώρο όπου τα άτομα της κοινότητας μπορεί να συναντηθούν, να αναγνωριστούν, να κάνουν δουλειές, να επιδείξουν τις επιτυχίες τους ή και την ευλάβειά τους, να ερωτευτούν, να προσευχηθούν , να κοινωνικοποιηθούν, να γλεντήσουν, να μη χαθούν στην άβυσσο των μεγαλουπόλεων.
«Τα ήθη και τα έθιμα είναι ένας έξυπνος τρόπος συσπείρωσης όταν πλέον το ηθικό και ιδεολογικό υπόβαθρο μπάζει νερά».(Ατραπός- Κεφάλαιο: «Ο Στοχαστής»)
Μπροστά μου, όπως και μπροστά σε κάθε θέση, υπήρχε μια κάρτα–πρόσκληση για την ακολουθία της 60ής επετείου, η οποία τιτλοφορούνταν στο ένα της φύλλο «Οδηγίες για μια ευπρεπή ακολουθία», δίπλα ακριβώς σε ένα φύλλο Α4 με το πρόγραμμα.
Οι επίτροποι, ως ταξιθέτες, διατηρούσαν με αυστηρότητα κενές τις πρώτες σειρές για τους VIP guests, που θα έρχονταν σε προκαθορισμένη ώρα και θα φωτογραφίζονταν μετά με το εκκλησίασμα μαζι με τον λόρδο δήμαρχο του Leeds. Άθελά μου γύρισα το κεφάλι προς τον τρούλο, όπου απεικονιζόταν ο Χριστός, και τον κοίταξα με εμφανή απορία.
Αλήθεια τώρα;
Δεν χρειαζόταν να μου απαντήσει. Τα είχε ήδη πει:
«Οὐαὶ ὑμῖν τοῖς Φαρισαίοις,ὅτι ἀγαπᾶτε τὴν πρωτοκαθεδρίαν ἐν ταῖς συναγωγαῖςκαὶ τοὺς ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς.»(Κατά Λουκᾶν 11:43)
Πάει η εποχή που, για να ακούσουν το κήρυγμά του, τραβιόνταν οι φτωχοί στα όρη και στις θάλασσες, καθονταν καταχαμά όπως όλοι, και τους μιλούσε με παραβολές παρμένες από καθημερινά πράγματα, στην απλή γλώσσα που κατανοούσαν. Τοτε που δίδασκε πως ο έχων δύο χιτώνες να δίνει τον έναν, πως δεν πρέπει να ανησυχείς για το αύριο, να αγαπάς τους εχθρούς σου και πως μακάριοι είναι οι φτωχοί το πνεύματι και οι πλούσιοι δεν έχουν θέση στη Βασιλεία Του.
Βέβαια, στις κοινότητες των χριστιανών από την εποχή του πρώτου μ.Χ. αιώνα μέχρι και σήμερα έχουν αλλάξει πολλά. Έννοιες όπως η κοινοκτημοσύνη, η αλληλεγγύη, η αδελφοσύνη και η μη στράτευση έδωσαν τη θέση τους, σχετικά γρήγορα, στον πλουτισμό, στις σχέσεις με την κοσμική εξουσία και στον «φιλοχριστόν ἡμῶν στρατόν».
« Η πίστη αποδείχθηκε η σπουδαιότερη κατασταλτική μέθοδος στην ιστορία του ανθρώπου. Δημιουργώντας πειθήνιους ανθρώπους να ακολουθούν την ανώτερη προσταγή του ελέω Θεού μονάρχη ως θεϊκό θέλημα, διαχειρίζεσαι τις μάζες εύκολα και προς όφελός σου, ώστε να μπορείς από το να κτίσεις μεγαλοπρεπή παλάτια και χρυσοστόλιστους ναούς μέχρι και να ξεκληρίσεις ολόκληρες φυλές. Σκέψου πόσο εύκολα άνθρωποι υπάκουσαν αυτοκράτορες, φαραώ, δικτάτορες, παρανοϊκούς μονάρχες, αρκεί να τους έπειθαν πως επιτελούσαν θείο σκοπό». (Ατραπός- κεφάλαιο Ο στοχαστής)
Η ακολουθία, όταν έφτασα, βρισκόταν στη χειροθεσία δύο νεαρών παιδιών προεφηβικής ηλικίας ως ψαλτών και συνέχισε με ένα τελετουργικό αυστηρό, όπου ο καθένας από τους συμμετέχοντες κινούνταν με αρμονία στον χώρο. Κινήσεις για μένα —και για κάθε αμύητο— άγνωστες, που όμως προσέδιδαν μια εμφανή τάξη, με τους ψάλτες, μεταξύ αυτών και δύο γυναίκες με μαύρο μαντίλι στο κεφάλι, εν χορώ να γεμίζουν μελωδικά τον χώρο με αυτή τη μυστηριακή βυζαντινή μελωδία.
Η επισημότητα της ημέρας είναι φανερή , οι άνθρωποι φορούν τα καλά τους , όχι επιτυδευμένα αλλα με σεβασμό.Ο επίσκοπος φορά τα χρυσα αμφιά του και ξεχωρίζει ανάμεσα στους μαυροντιμένους ιερεις και τους διάκους που τον συνοδευουν. Τα μικρά παιδιά πιο ειλικρινή απ όλους δεν κανουν ότι προσέχουν . Χαζευουν τις εικόνες που μυαζουν αλλωτε μαγικές και αλλωτε τρομακτικές στα μάτια τους , παιζουν μεταξύ τους χαμηλοφωνα , δεν κοιτάζουν πονηρα το ένα το άλλο , δεν συγκρινονται ακόμα και πεφτουν στις αγκαλιες των γονιών τους.
Το συνολο του εκκλησιασματως ένα ομορφο μωσαικό φυλών και ανθρώπων που συνδέονται κατω από έναν σκοπό.
«Ο ταγμένος άνθρωπος σε έναν ανώτερο σκοπό απολαμβάνει το μοναδικό προνόμιο της σιγουριάς. Κάποιος μεγαλύτερος από αυτόν έχει σχεδιάσει τα πάντα. Αυτός φυσάει πνοή ζωής και ο άνθρωπος, σαν φθινοπωρινό φύλλο, αφήνεται στο άγγιγμά του. «Γενηθήτω το θέλημά σου», φωνάζει και αγωνίζεται για να αρέσει στον δημιουργό του. Δεν έχει διλήμματα, μόνο έναν σκοπό. Να μείνει πιστός.
Θαυμάζω κάποιες στιγμές ανθρώπους που έζησαν μια ζωή με έναν τέτοιον ανώτερο σκοπό. Μοιάζουν ακόμα και στα βαθιά τους γεράματα τόσο ήρεμοι και σίγουροι για την επιλογή τους. Φεύγουν και θαρρείς πάνε ταξίδι, πως στέκονται σε μια αίθουσα αναμονής, μέχρι αυτός να τους θυμηθεί και να τους φωνάξει με το όνομά τους. Ακόμα περισσότερο, θαυμάζω αυτούς που δεν λύγισαν όταν το τίμημα ήταν η ζωή τους. Τις πιο κρίσιμες στιγμές ατένιζαν τον ουρανό και έφευγαν τραγουδώντας, καθώς έπεφταν απάνω τους τα θεριά να τους κατασπαράξουν και αψηφώντας τον θάνατο περίμεναν τη στιγμή που θα είναι επιτέλους κοντά του στους ουρανούς. Πιότερο υποκλίνομαι σε όλους αυτούς που θυσιάστηκαν χωρίς να περιμένουν καμία ανταμοιβή στους ουρανούς ή στη γη, δοσμένοι μέχρι τέλους στον αγώνα για τα ιδανικά που υπηρετούσαν. Ιδανικά που δεν σχεδίασε κανένας Θεός ή σωτήρας, μα ο αγώνας του ανθρώπου για δικαιοσύνη τα σμίλεψε με δάκρυα και αίμα. Κοίταξαν στα μάτια τους θεούς και αποφάσισαν πως μόνοι τους θα έβαζαν τάξη και θα φέρναν έναν δίκαιο κόσμο.» ( Ατραπός- Κεφάλαιο η Κιβωτός)
Η ακολουθία δίγλωσση, στην καθαρεύουσα και στα αγγλικά, μιλούσε για την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου, την άκουσα προσεκτικά και με πολύ ενδιαφέρον.
«Είπε ακόμη αυτή την παραβολή για κάποιους που είχαν πεποίθηση πως είναι δίκαιοι και περιφρονούσαν τους άλλους:Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ιερό για να προσευχηθούν· ο ένας ήταν Φαρισαίος και ο άλλος τελώνης.Ο Φαρισαίος στάθηκε και προσευχόταν μέσα του λέγοντας:“Θεέ μου, σε ευχαριστώ που δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ούτε σαν αυτόν εδώ τον τελώνη. Νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα και δίνω το δέκατο απ’ όσα αποκτώ”.Ο τελώνης, αντίθετα, στεκόταν μακριά και δεν τολμούσε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό, αλλά χτυπούσε το στήθος του λέγοντας:“Θεέ μου, δείξε έλεος σε μένα τον αμαρτωλό”.Σας λέω πως αυτός γύρισε στο σπίτι του δικαιωμένος περισσότερο από τον άλλον· γιατί όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, και όποιος ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί».– Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο 18:9-14
Μάθημα ζωής σε πολλά επίπεδα. Πέρα απ’ το προφανές συμπέρασμα που εξηγεί ο ίδιος, βλέπω τον άνθρωπο να πέφτει διαρκώς σε δύο παγίδες: της αυτοδικαίωσης από τη μία ή της αυτομαστίγωσης από την άλλη. Και οι δύο αναδεικνύουν παρόμοιο, αν και φαινομενικά αντίθετο, πρόβλημα. Στη μία περίπτωση το υπερεγώ καταδικάζει, στην άλλη το εγώ επιστρατεύει την αυτοδικαίωση ως αμυντικό μηχανισμό, για να καλύψει το πραγματικό κενό που νιώθει ο άνθρωπος. Η ισορροπία εγγυάται την αληθινή και δίχως ενοχές διαυγή ανάγνωση της ύπαρξης.
«Το φως της ύπαρξης χρειάζεται καθαρό αέρα, χρειάζεται διαύγεια. Να την αντικρίσουμε ως είναι, με τις λάμψεις της και τα σκοτάδια της, με τις καλές και τις κακές της στιγμές, τα εύκολα και τα δύσκολά της, με τις πληγές και τις θεραπείες της, με το γέλιο αλλά και το δάκρυ, τη χαρά και τον πόνο, τη δημιουργία και την καταστροφή, τον έρωτα και την απώλεια, τη διαχυτικότητα και τη μελαγχολία, με τις όποιες εναλλαγές, ως το φυσικό φαινόμενο της άμπωτης και της πλημμυρίδας του Ωκεανού. Μια σταγόνα στον παγκόσμιο Ωκεανό είναι η ζωή μας. Σταγόνα και θάλασσα μαζί. Όλα είναι ένα. Πώς να αρνηθείς τη σύσταση του όλου;Η διαυγής αυτή ματιά εξερευνά τόσο τις φωτεινές όσο και τις σκοτεινές πτυχές της ύπαρξής μας, δημιουργώντας αυτό που ονομάζουμε επίγνωση. Αυτή η επίγνωση μας λυτρώνει από τον ψυχαναγκασμό για έλεγχο τόσο του εαυτού μας όσο και των υπόλοιπων πλασμάτων και μας οδηγεί στην αρμονική ροή της ζωής. Μας δείχνει τον δρόμο για να αντιληφθούμε την έννοια της “ως μια απειροελάχιστη ενσάρκωση της συνέχειας του αιώνιου αγώνα της ύπαρξης”. Να την αγαπήσουμε με πάθος, να της φερθούμε αντάξια μιας όμορφης ερωμένης. Να ψηλαφίσουμε το κορμί της καθώς είναι ένα με το δικό μας, να σεβαστούμε και κάθε άλλο κορμί που την κουβαλά, να μην επιχειρούμε να την εξουσιάζουμε σε όποια της μορφή, να τη νιώσουμε, να την ακούσουμε να μας μιλά, να της ψιθυρίσουμε κι εμείς στο αυτί λόγια γλυκά, να αφεθούμε στην ορμή της, στις εκπλήξεις της, να εξερευνήσουμε τις μορφές που παίρνει, να τη γλεντήσουμε, να μιμηθούμε τη γενναιοδωρία της, αυθεντικοί, να νιώσουμε την απόλαυση, “την επιθυμία, το όνειρο, τον συναισθηματικό συγκλονισμό μέχρι το όποιο τέλος να μας βρει υπό τη μαγική μέθη της πληρότητας”.» (Ατραπος -Κεφαλαιο Ο Φαροφύλακας)
Η ώρα πέρασε και έπρεπε να φύγω, δεν έμεινα σε ολόκληρο το τελετουργικό, δεν έζησα τους χαιρετισμούς των επισήμων, τις φωτογραφήσεις, το γεύμα. Έμεινα με την εικόνα μιας κοινότητας η οποία διατηρεί τη συνοχή της μέσα από την παράδοση μιας πατρίδας που άφησε πίσω της για έναν τόπο που ήρθε να εργαστεί, άλλοτε για να επιβιώσει και άλλοτε να προκόψει ή, όπως αρέσκονται να λένε πολλοί, να διαπρέψει. Οι ταξικές διαφορές εμφανείς, όμως ας μην ζητάμε και πολλά. Πού έχει υπάρξει αταξική κοινωνία, ακόμα και σε αυτούς που την διεκδικούν, για να υπάρξει στον ναό μιας κοινότητας μεταναστών;
Φεύγω κρατώντας σαν λάφυρο μέσα μου την τιμιότητα του ανθρώπου που με κάλεσε σήμερα εδώ και την ποιότητά του, μια ποιότητα που δεν φωνάζει, δεν επιδεικνύεται. Ούτε τελώνης ούτε φαρισαίος αλλά αυτό το ιδαίτερα σπάνιο είδος ανθρώπου που διασχίζει το όριο ανάμεσα απ την Σκύλα και την Χάρυβδη των ανθρώπινων παθών σε μια δύσβατη ατραπό αυτογνωσίας και φροντίδας. Ένας τέτοιος άνθρωπος φροντίζει τους συνανθρώπους του και τους φροντίζει αληθινά και με ανιδιοτέλεια. Σ’ αυτόν είδα το νοιάξιμο και την αλληλεγγύη ως στάση ζωής και όχι ως σύνθημα. Ίσως μια τέτοια στάση ζωής να περιέχει όλες τις πολιτικές θεωρίες, τα δόγματα και τις θρησκείες που μάχονται και αντιπαρατίθενται άκαρπα, μιας και το μυστικό κρύβεται κάτω απ’ την ομπρέλα της λέξης που μας διαφοροποιεί και η μόνη που μπορεί να μας ομορφύνει σαν είδος σε όλα τα επίπεδα — «Αγάπη».
»Άνοιξε την ψυχή σου και αγάπησε. Αγάπησε τον εαυτό σου, μην του κακιώνεις που αντιστέκεται στη λευτεριά του. Είναι χρόνια κουρδισμένος, δεν είναι εύκολο ν’ αλλάξει. Τίποτα δεν μπορείς ν’ αγαπήσεις, αν δεν αγαπήσεις αυτόν. Κανέναν δεν μπορείς να συγχωρήσεις, αν δεν συγχωρήσεις αυτόν. Αγάπησε το σώμα που κουβαλά την ψυχή σου. Μην το πικραίνεις για τις ασκήμιες του, μην το μεθάς στις ομορφιές του. Αγάπα το απλά, έτσι όπως είναι. Όπως θέλεις και οι άλλοι να σ’ αγαπούν, γι’ αυτό που είσαι.
»Αγάπησε τη γη που πατάς και όλα τα πλάσματα που ζουν σε αυτήν. Κάθε πέτρα, κάθε κλωνάρι, κάθε έμψυχο και άψυχο, όλα είναι ένα σύνολο. Πάψε να τα εξουσιάζεις, να επιβάλλεσαι, συντονίσου, συμβίωσε. Αγάπησε τον άνθρωπο. Μην του κακιώνεις κι αυτού. Νωρίς είναι ακόμα, δεν πρόλαβε να διδαχτεί αρκετά, να ωριμάσει, να συντονίσει τον θεό και το ζώο που κρύβει μέσα του, να γίνει αυτό που του αξίζει. Να τον πονάς γιατί είναι ακόμα άγουρος. Άσκοπα παιδεύεται και παιδεύει. Δεν ξέρει να ζει αληθινά. Ταλαιπωρείται μοναχός του. Χωρίς την αγάπη δεν μπορείς να λευτερωθείς, να το θυμάσαι». (Ατραπός -Κεφάλαιο Ο Στοχαστής)



Σχόλια